Πολλοί ασθενείς απευθύνονται στον αιματολόγο επειδή σε μια εξέταση ρουτίνας ή σε έναν προληπτικό έλεγχο διαπιστώθηκε κάποια διαταραχή στη γενική αίματος ή σε άλλες εργαστηριακές εξετάσεις.
Ευρήματα όπως αναιμία, αυξημένος αιματοκρίτης ή ερυθραιμία, λευκοκυττάρωση, λευκοπενία, αναστροφή του λευκοκυτταρικού τύπου, ηωσινοφιλία ή παραπρωτεϊναιμία χρειάζονται υπεύθυνη και συστηματική αξιολόγηση. Συχνά πρόκειται για παροδικές ή καλοήθεις καταστάσεις, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποτελούν την πρώτη ένδειξη σοβαρότερου αιματολογικού ή συστηματικού νοσήματος.
Η διερεύνηση δεν περιορίζεται στην απλή διαπίστωση ενός «παθολογικού αριθμού». Ο αιματολόγος αξιολογεί το εργαστηριακό εύρημα σε συνδυασμό με το ιστορικό, την κλινική εικόνα, τα φάρμακα, τα συνοδά νοσήματα και προηγούμενες εξετάσεις του ασθενούς. Για παράδειγμα, μια αναιμία μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη σιδήρου ή βιταμινών, χρόνια φλεγμονή, νεφρική νόσο, κληρονομικά αίτια ή διαταραχή του μυελού των οστών.
Στόχος είναι να εντοπιστεί η πραγματική αιτία της διαταραχής και να καθοριστεί ένα σαφές πλάνο: απλή παρακολούθηση, συμπληρωματικός εργαστηριακός έλεγχος, θεραπευτική παρέμβαση ή περαιτέρω εξειδικευμένη διερεύνηση.
Η σωστή ερμηνεία των εργαστηριακών ευρημάτων βοηθά στο να αποφευχθεί τόσο η αδικαιολόγητη ανησυχία, όσο και η υποεκτίμηση σημαντικών ευρημάτων. Ο ασθενής ενημερώνεται με κατανοητό τρόπο για τη σημασία των αποτελεσμάτων και τα επόμενα βήματα.