Τι είναι η θρομβοφιλία;
Θρομβοφιλία ονομάζεται η αυξημένη τάση του οργανισμού να σχηματίζει θρόμβους στις φλέβες ή στις αρτηρίες. Μπορεί να είναι κληρονομική, λόγω γενετικών παραγόντων, ή επίκτητη, εξαιτίας ορισμένων καταστάσεων και νοσημάτων. Η ύπαρξη θρομβοφιλίας δεν σημαίνει ότι κάποιος θα πάθει οπωσδήποτε θρόμβωση, αλλά ότι ο κίνδυνος είναι αυξημένος, ιδίως σε συνθήκες όπως η ακινησία, η εγκυμοσύνη ή ορισμένες χειρουργικές επεμβάσεις.
Τι είναι η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση;
Η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση είναι ο σχηματισμός θρόμβου σε μία εν τω βάθει φλέβα οπουδήποτε στο σώμα, αλλά συνηθέστερα στα κάτω άκρα. Εκδηλώνεται συχνά με πόνο, οίδημα, θερμότητα και ερυθρότητα στο πάσχον σκέλος, αν και ορισμένες φορές τα συμπτώματα είναι διακριτικά. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται έγκαιρα, καθώς ένας θρόμβος μπορεί να αποσπαστεί και να προκαλέσει σοβαρή επιπλοκή, γι’ αυτό η υποψία της απαιτεί άμεση ιατρική εκτίμηση.
Πότε χρειάζεται έλεγχος για θρομβοφιλία;
Ο έλεγχος θρομβοφιλίας δεν χρειάζεται σε όλους. Συνήθως συζητείται σε περιπτώσεις θρόμβωσης σε νεαρή ηλικία, ανεξήγητης ή υποτροπιάζουσας θρόμβωσης, θρόμβωσης σε ασυνήθιστη θέση ή ισχυρού οικογενειακού ιστορικού. Μπορεί επίσης να εξεταστεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις μαιευτικών επιπλοκών. Ο αιματολόγος αποφασίζει ποιος έλεγχος έχει πραγματική κλινική αξία και πότε πρέπει να γίνει.
Πότε πρέπει να ελεγχθώ μετά από θρόμβωση;
Μετά από φλεβική θρόμβωση ή πνευμονική εμβολή, η αιματολογική εκτίμηση είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση της αιτίας, του κινδύνου υποτροπής και της διάρκειας της αντιπηκτικής αγωγής. Ιδιαίτερη σημασία έχει όταν η θρόμβωση συνέβη σε νεαρή ηλικία, σε ασυνήθιστη θέση ή όταν υπάρχει οικογειακό ιστορικό. Ο χρόνος του ειδικού ελέγχου καθορίζεται ανάλογα με την αγωγή και την κλινική κατάσταση.
Πόσο καιρό πρέπει να παίρνω αντιπηκτική αγωγή;
Η διάρκεια της αντιπηκτικής αγωγής εξαρτάται από το είδος της θρόμβωσης, από το αν υπήρχε προσωρινός εκλυτικός παράγοντας, από τον κίνδυνο υποτροπής και τον κίνδυνο αιμορραγίας. Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους τους ασθενείς. Ο αιματολόγος αξιολογεί τα δεδομένα και βοηθά στην εξατομικευμένη απόφαση για διακοπή, συνέχιση ή τροποποίηση της αγωγής.
Τι σημαίνουν αυξημένα d-dimers;
Τα d-dimers είναι δείκτης ενεργοποίησης της πήξης και της ινωδόλυσης. Μπορεί να αυξηθούν σε θρόμβωση, αλλά και σε λοιμώξεις, φλεγμονές, κύηση, κακοήθεια, μετά από χειρουργική επέμβαση, τραυματισμό ή με την ηλικία. Η αξιολόγηση της τιμής των d-dimers πρέπει να γίνεται μόνο σε σχέση με την κλινική εικόνα και όχι μεμονωμένα, καθώς αυξημένα d-dimers δεν σημαίνουν αυτόματα ότι υπάρχει θρόμβωση.
Χρειάζεται έλεγχος θρομβοφιλίας πριν από εγκυμοσύνη ή εξωσωματική;
Δεν χρειάζονται όλες οι γυναίκες έλεγχο θρομβοφιλίας πριν από εγκυμοσύνη ή εξωσωματική γονιμοποίηση. Ο έλεγχος πρέπει να γίνεται στοχευμένα, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στο ατομικό αναμνηστικό θρόμβωση, ισχυρό οικογενειακό ιστορικό θρομβώσεων, επαναλαμβανόμενες αποβολές ή συγκεκριμένες μαιευτικές επιπλοκές. Η αλόγιστη διενέργεια εξετάσεων μπορεί να οδηγήσει σε ευρήματα αμφίβολης σημασίας και περιττή ανησυχία.
Οι επαναλαμβανόμενες αποβολές μπορεί να σχετίζονται με αιματολογικό πρόβλημα;
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επαναλαμβανόμενες αποβολές μπορεί να σχετίζονται με αιματολογικούς παράγοντες, όπως το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο ή ορισμένες μορφές θρομβοφιλίας. Ωστόσο, τα αίτια των αποβολών είναι πολλά και δεν είναι πάντα αιματολογικά. Η αιματολογική εκτίμηση βοηθά να επιλεγεί ο σωστός έλεγχος και να αποφευχθούν εξετάσεις ή θεραπείες χωρίς σαφή ένδειξη.
Πρέπει να παίρνω ηπαρίνη στην εγκυμοσύνη λόγω θρομβοφιλίας;
Η ανάγκη για ηπαρίνη στην εγκυμοσύνη εξαρτάται από το είδος της θρομβοφιλίας, το ατομικό ιστορικό θρόμβωσης, το μαιευτικό ιστορικό και τους συνολικούς παράγοντες κινδύνου. Δεν χρειάζονται όλες οι γυναίκες με εργαστηριακό εύρημα θρομβοφιλίας προληπτική αντιπηκτική αγωγή. Η απόφαση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και να λαμβάνεται σε συνεργασία με τον αιματολόγο και τον μαιευτήρα / γυναικολόγο.
Έχω συχνές μελανιές ή αιμορραγίες. Πρέπει να ελεγχθώ αιματολογικά;
Ναι, ιδιαίτερα όταν οι μελανιές εμφανίζονται χωρίς εμφανή τραυματισμό, όταν υπάρχουν συχνές ρινορραγίες, αιμορραγία από τα ούλα, έντονη έμμηνος ρύση ή αιμορραγία μετά από επεμβάσεις και οδοντιατρικές πράξεις. Ο αιματολογικός έλεγχος μπορεί να διερευνήσει διαταραχές αιμοπεταλίων, παραγόντων πήξης και να διαγνώσει νοσήματα όπως η νόσος vonWillebrand. Η σημασία των συμπτωμάτων αξιολογείται πάντα σε σχέση με το ιστορικό.