Η διόγκωση των λεμφαδένων (λεμφαδενοπάθεια) και η αύξηση του μεγέθους του σπλήνα (σπληνομεγαλία) είναι ευρήματα που συχνά προκαλούν ανησυχία και οδηγούν τον ασθενή στον αιματολόγο.
Οι λεμφαδένες και ο σπλήνας αποτελούν σημαντικά όργανα του ανοσοποιητικού και λεμφικού συστήματος. Η διόγκωσή τους μπορεί να είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε λοίμωξη ή φλεγμονή, αλλά μπορεί, επίσης, να σχετίζεται με αιματολογικά, αυτοάνοσα, ηπατικά ή νεοπλασματικά νοσήματα.
Η αιματολογική εκτίμηση βασίζεται σε πολλά στοιχεία: στη διάρκεια της διόγκωσης, στο μέγεθος και στα χαρακτηριστικά των λεμφαδένων, στην εντόπισή τους, στην ύπαρξη πόνου ή ευαισθησίας, καθώς και σε πιθανά συνοδά συμπτώματα όπως ο πυρετός, οι νυχτερινές εφιδρώσεις, η απώλεια βάρους ή οι διαταραχές στη γενική αίματος.
Η σπληνομεγαλία αξιολογείται, επίσης, σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και τα εργαστηριακά ευρήματα, καθώς ο σπλήνας συμμετέχει στη λειτουργία του αίματος και του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, απεικονιστικό έλεγχο και, όπου χρειάζεται, βιοψία λεμφαδένα ή έλεγχο του μυελού των οστών. Στις περισσότερες περιπτώσεις η λεμφαδενοπάθεια οφείλεται σε καλοήθη αίτια, ωστόσο η μεθοδική αξιολόγηση είναι απαραίτητη για να αποκλειστούν με ασφάλεια νοσήματα που απαιτούν ειδική αντιμετώπιση, όπως τα λεμφώματα ή άλλες αιματολογικές παθήσεις. Στόχος είναι η έγκαιρη και ασφαλής διάγνωση, χωρίς άσκοπη καθυστέρηση, αλλά και χωρίς περιττή ανησυχία.